• κράμα το [kráma]: ομογενές μείγμα το οποίο προέρχεται από τη σύντηξη δύο ή περισσότερων στοιχείων.

     

    Με αφορμή κοινωνικές ανησυχίες, προσωπικά ερωτήματα και χρησιμοποιώντας ως όχημα καλλιτεχνικές μορφές έκφρασης, η ομάδα αναζητά απαντήσεις, θέτει νέα ερωτήματα και προσπαθεί να ανοίξει το δικό της παράθυρο στη σημερινή πραγματικότητα. Πρωταρχική μας ανάγκη είναι να δημιουργήσουμε ένα κράμα τεχνών μέσα από τη σύμπραξη διαφόρων καλλιτεχνών και μορφών έκφρασης. Δίνοντας αξία στην προσωπική ταυτότητα και μοναδικότητα, στοχεύουμε στην πολυφωνία και στη δημιουργία ενός καλλιτεχνικού μωσαϊκού, ενός κράματος.